Μήλω

Μήλω
Μῆλος
masc/neut nom/voc/acc dual
Μῆλος
masc/neut gen sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μηλώ — μηλῶ, όω (ΑΜ) [μήλη] μσν. βάφω μάλλινα αρχ. 1. εξετάζω τραύμα με τη μήλη 2. μέσ. μηλοῡμαι, όομαι εισάγω τη μήλη στην κύστη 3. μτφ. ερευνώ, εξετάζω …   Dictionary of Greek

  • μήλω — μῆλον 1 sheep neut nom/voc/acc dual μῆλον 1 sheep neut gen sg (doric aeolic) μῆλον 2 apple neut nom/voc/acc dual μῆλον 2 apple neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μήλῳ — Μῆλος masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μήλῳ — μῆλον 1 sheep neut dat sg μῆλον 2 apple neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μήλωι — μήλῳ , μῆλον 1 sheep neut dat sg μήλῳ , μῆλον 2 apple neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μήλωι — Μήλῳ , Μῆλος masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μήλωθρον — μήλωθρον, τὸ (ΑΜ) μσν. βαμμένα έρια αρχ. είδος φυτού με βοτρυοειδή καρπό, αγριάμπελος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μηλῶ «βάφω μάλλινα» (πρβλ. μήλω ση) + επίθημα θρον (πρβλ. ζύγω θρον, καρκίνω θρον)] …   Dictionary of Greek

  • MELOS — I. MELOS insul. oblonga Cretae adiacens, a Borea in Austrum extensa, et urbs Episcopalis sub Archiepiscopo Rhodiensi, in parte meridionali cum tribus castris. A Peloponneso promontorio Scyllaeum, a Creta Dictynneum habens. Strabo. Inter Cycladas… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • POMA — in genere dicuntur omnes fructus, qui ex arbore esui apti proveniunt, sive molles, sive duri: Pomorumque appellatione nuces et ficus et uvae duracinae et purgpureae, et quae eiusdem generis sunt, quas non vini causâ habemus, continentur, l. 205.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • καταμηλώ — καταμηλῶ, όω (Α) 1. εξετάζω την πληγή βάζοντας τη μήλη 2. προκαλώ εμετό βάζοντας καθετήρα 3. μτφ. αναγκάζω με το δικαστήριο τον κλέφτη να αποδώσει, να «ξεράσει», τα κλοπιμαία 4. φρ. «καταμηλῶ τὰ έρια» βυθίζω το μαλλί σε βαφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”